εξαπλώνω

Μεταφράσεις

εξαπλώνω

(eksa'plono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω να διαδοθεί κτ εξαπλώνω μία ιδέα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close