εξασθενίζω

Μεταφράσεις

εξασθενίζω

weaken, enervate, waneaffaiblir (eksasθe'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ ή κπ να χάσει δυνάμεις Η ξηρασία εξασθένισε τα φυτά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close