εξασθενώ

Μεταφράσεις

εξασθενώ

(eksasθe'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να εξασθενίσει

εξασθενώ

debilitate, emasculate, impair
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
χάνω δυνάμεις Ο οργανισμός του έχει εξασθενήσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close