εξασκώ

Μεταφράσεις

εξασκώ

exercise, train, practiseekzerciexercer (eksa'sko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εκπαιδεύω, γυμνάζω εξασκώ τo σώμα μου
2. κάνω, ασκώ εξασκώ επάγγελμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close