εξασφάλιση

Μεταφράσεις

εξασφάλιση

确保確保 (eksa'sfalisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πρόνοια για το μέλλον εξασφάλιση στέγης
2. δέσμευση, συμφωνία για το μέλλον η εξασφάλιση της ειρήνης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close