εξειδικεύω

Μεταφράσεις

εξειδικεύω

(eksiði'cevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εμβαθύνω σε συγκεκριμένο τομέα Εξειδικεύστε το θέμα που μελετάτε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close