εξετάζω

Μεταφράσεις

εξετάζω

examine, probe, screenexaminerيَفْحَصُzkoumatundersøgeuntersuchenexaminartutkiapregledatiesaminare試験する조사하다onderzoekenundersøkezbadaćexaminarосматриватьundersökaตรวจสอบincelemekkiểm tra考试 (ekse'tazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μελετώ, ερευνώ εξετάζω υπόθεση
2. ελέγχω τις γνώσεις μαθητή εξετάζω μαθητή
3. κάνω έλεγχο υγείας εξετάζω ασθενή
4. υποβάλλω κπ σε ανάκριση εξετάζω ύποπτο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close