εξεταστικός

Μεταφράσεις

εξεταστικός

(eksetasti'kos)

εξεταστική

(eksetasti'ci)

εξεταστικό

examexamenesame考試exame考试فحص시험examenonderzoekпрегледundersökningPrüfung (eksetasti'ko)
επίθετο
1. ανακριτικός εξεταστικό βλέμμα
2. σχετικός με εξετάσεις εξεταστική περίοδος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close