εξευτελιστικός

Μεταφράσεις

εξευτελιστικός

(ekseftelisti'kos) αρσενικό

εξευτελιστική

(ekseftelisti'ci) θηλυκό

εξευτελιστικό

(ekseftelisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που ταπεινώνει και προσβάλλει εξευτελιστική συμπεριφορά
2. ασήμαντος, χωρίς ιδιαίτερη αξία εξευτελιστικό ποσό εξευτελιστική τιμή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close