εξογκώνω

Μεταφράσεις

εξογκώνω

inflate, overdo, swell (ekso'ŋgono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να φουσκώσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close