εξοντώνω

Μεταφράσεις

εξοντώνω

(ekso'ndono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εξολοθρεύω εξοντώνω κουνούπια
2. μεταφορικά κουράζω κπ υπερβολικά Η δουλειά την εξοντώνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close