εξονυχιστικός

(προωθήθηκε από εξονυχιστικό)
Μεταφράσεις

εξονυχιστικός

(eksoniçisti'kos) αρσενικό

εξονυχιστική

(eksoniçisti'ci) θηλυκό

εξονυχιστικό

rigorous, thorough (eksoniçisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια εξονυχιστικός έλεγχος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close