εξοπλισμένος

Μεταφράσεις

εξοπλισμένος

مُجَهَّز

εξοπλισμένος

vybavený

εξοπλισμένος

udstyret

εξοπλισμένος

ausgerüstet

εξοπλισμένος

equipped

εξοπλισμένος

equipado

εξοπλισμένος

varustettu

εξοπλισμένος

équipé

εξοπλισμένος

opremljen

εξοπλισμένος

equipaggiato

εξοπλισμένος

備えた

εξοπλισμένος

갖춘

εξοπλισμένος

uitgerust

εξοπλισμένος

utstyrt

εξοπλισμένος

wyposażony

εξοπλισμένος

equipado

εξοπλισμένος

снаряженный

εξοπλισμένος

utrustad

εξοπλισμένος

ครบครัน

εξοπλισμένος

donanımlı

εξοπλισμένος

được trang bị

εξοπλισμένος

装备完善的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close