εξοργιστικός

(προωθήθηκε από εξοργιστική)
Μεταφράσεις

εξοργιστικός

(eksorʝisti'kos) αρσενικό

εξοργιστική

(eksorʝisti'ci) θηλυκό

εξοργιστικό

مُثِيرٌ لِلْغَضَبِnesnesitelnýirriterendeärgerlichinfuriatingexasperanteraivostuttavaexaspéranttakav da razbjesnifuribondo人を憤慨させる격분시키는razend makendfryktelig irriterenderozwścieczonyenfurecedorвызывающий яростьfruktansvärt irriterandeทำให้โกรธเป็นไฟçileden çıkaranlàm điên tiết令人发怒的 (eksorʝisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
πολύ εκνευριστικός Η κίνηση στους δρόμους είναι εξοργιστική. εξοργιστικές αντιδράσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close