εξορμάω

Μεταφράσεις

εξορμάω

(eksor'mao)

εξορμώ

(eksor'mo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κάνω εξόρμηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close