εξουσιάζω

Μεταφράσεις

εξουσιάζω

dominate, control (eksusi'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επιβάλλω τη θέλησή μου Η γυναίκα του τον εξουσιάζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close