εξουσιοδοτώ

Μεταφράσεις

εξουσιοδοτώ

authorize, empower, delegate, accreditيُفَوِّضُschválitbemyndigeautorisierenautorizarvaltuuttaaautoriserovlastitiautorizzare権限を与える권한을 주다autoriserenautorisereupoważnićautorizarуполномочиватьauktoriseraให้อำนาจyetki vermekủy quyền授权授權 (eksusioðo'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μεταθέτω δικαίωμα ή εξουσία σε κπ Με εξουσιοδότησε να διαχειριστώ την περιουσία του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close