εξουσιοδότηση

Μεταφράσεις

εξουσιοδότηση

authorization, commissionautorisationvergunningautorizaciónАвторизацияإذنtilladelseautorizaçãotillståndautorizzazione授权授權 (eksusio'ðotisi)
ουσιαστικό θηλυκό
μεταφορά εξουσίας ή δικαιώματος σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close