εξοφλώ

Μεταφράσεις

εξοφλώ

abzahlenpay, pay off (ekso'flo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ξεπληρώνω ένα ποσό εξοφλώ χρέος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close