εξωτερικός

(προωθήθηκε από εξωτερική)
Μεταφράσεις

εξωτερικός

(eksoteri'kos) αρσενικό

εξωτερική

(eksoteri'ci) θηλυκό

εξωτερικό

exterior, external, outside, foreign, outdoorextérieur, exotérique, externeخَارِجِيَ, خَارِجيّexterní, venkovní, vnějšíudvendige, ydreAußen-, äußerer, externexterior, externoulkoinen, ulkonainen, ulkopuolella olevavanjskiesterno外側の, 外部の외부의buiten, buiten-, externutvendig, ytrezewnętrznyexternoвнешний, наружныйextern, utvändig, yttreด้านนอก, ที่ใช้ภายนอก, ภายนอกdış, dışarıbên ngoài, ở ngoài外部的, 外面的, 外部външни外部 (eksoteri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που βρίσκεται έξω από κτ εξωτερικός χώρος
για τα επείγοντα περιστατικά
2. σχετικός με την εμφάνιση τα εξωτερικά χαρακτηριστικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close