εξόγκωμα

Μεταφράσεις

εξόγκωμα

(e'ksoŋgoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
κτ που εξέχει από επιφάνεια εξόγκωμα στον τοίχο εξόγκωμα στο πόδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close