επάγγελμα

Μεταφράσεις

επάγγελμα

profession, practice, avocation, metier, occupation, tradeprofesioprofession, métier, occupationBerufحِرْفَةprofeseprofessionprofesiónammattiprofesijaprofessione職業직업beroepfagzawódprofissãoпрофессияyrkeอาชีพmesleknghề职业, 专业專業професияמקצוע (e'panɟelma)
ουσιαστικό ουδέτερο
η βιοποριστική εργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close