επάργυρος

Μεταφράσεις

επάργυρος

(e'parʝiros)

επάργυρη

(e'parʝiri)

επάργυρο

(e'parʝiro)
επίθετο
καλυμμένος με ασήμι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close