επέκταση

Μεταφράσεις

επέκταση

expansion, extension, spreadexpansion, extensionrozszerzenieestensioneextensiónразширение擴展Erweiterungסיומתрасширение扩展extensão확장 (e'pektasi)
ουσιαστικό θηλυκό
το μεγάλωμα επέκταση μιας επιχείρησης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close