επέμβαση

Μεταφράσεις

επέμβαση

intervention, operationintervention (e'pemvasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ανάμειξη επέμβαση τρίτου
2. εγχείρηση κάνω χειρουργική επέμβαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close