επένδυση

Μεταφράσεις

επένδυση

investado, investoinvestissement, doublureinvestment, liningإِسْتِثْمَارٌ, بِطَّانَةٌinvestice, podšívkaforing, investeringFutter, Investitionforro, inversiónsijoitus, vuorauspodstava, ulaganjefodera, investimento投資, 裏地안감, 투자investering, voeringfôr, investeringinwestycja, podszewkaforro, investimentoинвестиция, подкладкаfoder, investeringการลงทุน, ผ้าซับในastar, yatırımlớp vải lót, sự đầu tư投资, 内层投資 (e'penðisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. κάλυψη επιφάνειας επένδυση τοίχου με πλακάκια
2. οικονομικά η κερδοφόρος τοποθέτηση κεφαλαίου κάνω επενδύσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close