επίδομα

Μεταφράσεις

επίδομα

benefit, allowance, bounty, grantgodtgørelsesubsidiopříspěvekindennitàпособиеsubsídioبدلersättning수당手当toelage (e'piðoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
οικονομική παροχή επίδομα αδείας επίδομα ανεργίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close