επίθεση

Μεταφράσεις

επίθεση

attack, assault, offensiveatakoattaque, assautaanvalهُجُومútokangrebAngriffataquehyökkäysnapadattacco攻撃공격angrepnapadataqueатакаangreppการโจมตีsaldırıcuộc tấn công攻击התקפה攻擊атака (e'piθesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η κίνηση εναντίον κάποιου δέχομαι επίθεση αεροπορική επίθεση δέχομαι επίθεση
2. εχθρική στάση απέναντι σε κπ Μου έκανε επίθεση χωρίς λόγο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close