επίκαιρος

Μεταφράσεις

επίκαιρος

(e'piceros) αρσενικό

επίκαιρη

(e'piceri) θηλυκό

επίκαιρο

actuel, actualitéopportune, topicalمَوْضِعِيّaktuálníaktuelaktuellde actualidadajankohtainenaktualanattuale時事的な시사문제를 다룬actueeldagsaktuellaktualnyatualактуальныйaktuellเกี่ยวกับเรื่องที่ได้รับความสนใจในขณะนั้นgüncelcó tính thời sự热门的 (e'picero) ουδέτερο
επίθετο
που ισχύει στο παρόν επίκαιρο θέμα επίκαιρο βιβλίο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close