επίκτητος

(προωθήθηκε από επίκτητη)
Μεταφράσεις

επίκτητος

(e'piktitos) αρσενικό

επίκτητη

(e'piktiti) θηλυκό

επίκτητο

acquiredacquis (e'piktito) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι έμφυτο, αλλά αποκτάται επίκτητο χαρακτηριστικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close