επίμονος

(προωθήθηκε από επίμονο)
Μεταφράσεις

επίμονος

(e'pimonos) αρσενικό

επίμονη

(e'pimoni) θηλυκό

επίμονο

persistent, intractable, tenaciousمُصِرٌّneustálývedholdendebeharrlichpersistenteitsepintainentenaceuporanpersistente持続性の끈덕진vasthoudendiherdiguporczywypersistenteупорныйenträgenที่ยังคงอยู่ısrarlıdai dẳng坚持不懈的 (e'pimono) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν τα παρατάει εύκολα επίμονος άνθρωπος
2. που δε λέει να σταματήσει επίμονη ερώτηση επίμονος βήχας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close