επίπλωση

Μεταφράσεις

επίπλωση

furnishingnábytekالأثاثרהיטיםмебельmeublesเฟอร์นิเจอร์mobili家具möblerMöbelмебели가구mueblesmeble家具mobiliáriomøbler (e'piplosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ο εξοπλισμός χώρου με έπιπλα H επίπλωση του σπιτιού έγινε πρόχειρα.
2. όλα τα έπιπλα ένος χώρου ακριβή επίπλωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close