επίρρημα

Μεταφράσεις

επίρρημα

adverbium, biordAdverb, Umstandswortadverbadverbioadverbiadverbeavverbio副詞adverbiumbijwoord, adverbiumprzysłówekadvérbioadverbadverbzarf, belirteç副词, 副詞ظَرْفpříslovceprilog부사adverbнаречиеคำวิเศษณ์phó từ (e'pirima)
ουσιαστικό ουδέτερο
γραμματική άκλιτη λέξη που αλλάζει τη σημασία ρήματος ή επιθέτου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close