επίσημος

Μεταφράσεις

επίσημος

(e'pisimos) αρσενικό

επίσημη

(e'pisimi) θηλυκό

επίσημo

formal, officialرَسْمِيّ, رَسْمِيٌّformální, oficiálníformel, officielformell, offizielloficial, formalmuodollinen, virallinenformel, officielformalan, službeniformale, ufficiale正式の, 職務上の직무상의, 형식적인formeel, officieelformell, offisiellformalny, urzędowyformal, oficialофициальный, формальныйformell, officiellเป็นทางการ, อย่างเป็นทางการresmi, yetkilichính thức, trịnh trọng官方的, 正式的, 官方官方 (e'pisimo) ουδέτερο
επίθετο
1. που προέρχεται από κπ αρχή επίσημο έγγραφο
2. από έγκυρη πηγή επίσημη ανακοίνωση
3. που έχει επικρατήσει ως θεσμός επίσημη γλώσσα
4. που ακολουθεί τους τυπικούς κανόνες επίσημη τελετή επίσημα ρούχα
5. σημαντικός και πολύ γνωστός επίσημος καλεσμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close