επίφοβος

(προωθήθηκε από επίφοβο)
Μεταφράσεις

επίφοβος

(e'pifovos)

επίφοβη

(e'pifovi)

επίφοβο

dangerous, redoubtabledangereux, menaçant (e'pifovo)
επίθετο
που προκαλεί φόβο, ανησυχία επίφοβος εχθρός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close