επαληθεύω

Μεταφράσεις

επαληθεύω

verifyпроверить (epali'θevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επιβεβαιώνω ότι κτ είναι σωστό επαληθεύω μια πληροφορία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close