επανάληψη

Μεταφράσεις

επανάληψη

repetition, repeatrépétition, rediffusionتَكْرارopakovánígentagelseWiederholungrepeticióntoistoponavljanjeripetizione繰り返し반복herhalingrepetisjonpowtórzenierepetiçãoповторениеreprisการกระทำซ้ำtekrarsự nhắc lại重复 (epa'nalipsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. όταν κτ γίνεται ή λέγεται περισσότερο από μία φορά αποφεύγω τις επαναλήψεις
συνεχώς
2. το να παρουσιάζω κτ για άλλη μια φορά ένα έργο σε επανάληψη
3. μελέτη με σκοπό τον έλεγχο των γνώσεών μου κάνω επανάληψη
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close