επαναληπτικός

(προωθήθηκε από επαναληπτική)
Μεταφράσεις

επαναληπτικός

(epanalipti'kos)

επαναληπτική

(epanalipti'ci)

επαναληπτικό

iterative, repeating, repetitiverépétitif, itératifمُتَكَرِّرopakující seensformigdauernd wiederholend (sich)repetitivoitseään toistavarepetitivanripetitivo反復性の반복적인herhalend (zich)repeterendepowtarzający sięrepetitivoповторяющийсяenformigที่ทำซ้ำซากtekrarlayanlặp đi lặp lại重复的 (epanalipti'ko)
επίθετο
που επαναλαμβάνεται επαναληπτικός θόρυβος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close