επαναφορτίζω

Μεταφράσεις

επαναφορτίζω

يَشْحَنُ

επαναφορτίζω

dobít

επαναφορτίζω

genoplade

επαναφορτίζω

wieder aufladen

επαναφορτίζω

recharge

επαναφορτίζω

recargar

επαναφορτίζω

ladata uudestaan

επαναφορτίζω

recharger

επαναφορτίζω

napuniti

επαναφορτίζω

ricaricare

επαναφορτίζω

再充電する

επαναφορτίζω

재충전하다

επαναφορτίζω

herladen

επαναφορτίζω

lade på nytt

επαναφορτίζω

ponownie naładować

επαναφορτίζω

recarregar

επαναφορτίζω

перезаряжать

επαναφορτίζω

ladda upp

επαναφορτίζω

บรรจุใหม่

επαναφορτίζω

yüklemek

επαναφορτίζω

nạp lại

επαναφορτίζω

再充电
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close