επαρκώ

Μεταφράσεις

επαρκώ

sufficeхватить (epar'ko)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι αρκετός Οι γνώσεις του επαρκούν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close