επαρχιακός

Μεταφράσεις

επαρχιακός

(eparçia'kos) αρσενικό

επαρχιακή

(eparçia'ci) θηλυκό

επαρχιακό

provincialprovincialeprovincialProvincialจังหวัดמחוזיالمقاطعة (eparçia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την επαρχία επαρχιακή πόλη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close