επαφή

Μεταφράσεις

επαφή

contact, touchcontactcontattoاِتِّصَالkontaktkontaktKontaktcontactoyhteyskontakt連絡접촉contactkontaktkontaktcontacto, contatoотношенияkontaktการติดต่อtemassự liên hệ联络контактאיש קשר (epa'fi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. άγγιγμα μεταξύ δύο σωμάτων σημείο επαφής
2. επικοινωνία είμαι σε επαφή με κπ φέρνω κπ σε επαφή με κπ άλλον
3. κοινωνική σχέση Έχω επαφές στο εξωτερικό.
4. η σεξουαλική πράξη έχω σεξουαλικές επαφές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close