επεισόδιο

Μεταφράσεις

επεισόδιο

episode, incidentépisodeepisódioمُدَّةpříhodaepisodeEpisodeepisodiotapahtumaepizodaepisodioエピソード일화episodeepisodeepizodэпизодepisodตอนbölümhồi插曲епизод (epi'soðio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. συμβάν Το επεισόδιο πήρε διαστάσεις.
2. φασαρία, αναστάτωση Έγιναν επεισόδια στη διαδήλωση.
3. μέρος τηλεοπτικής σειράς χάνω επεισόδιο τα επεισόδια ενός σίριαλ
4. ιατρική ξαφνική παύση λειτουργίας οργάνου εγκεφαλικό επεισόδιο καρδιακό επεισόδιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close