επεκτείνω

Μεταφράσεις

επεκτείνω

expand, extendErweiternampliarudvide확장 (epe'ktino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μεγαλώνω επεκτείνω τις δραστηριότητές μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close