επεμβαίνω

Μεταφράσεις

επεμβαίνω

interfere (epem'veno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ενεργώ έτσι ώστε να επηρεάσω κπ εξέλιξη επεμβαίνω σε συζήτηση
2. συμμετέχω σε κτ που δε με αφορά Εσύ γιατί επεμβαίνεις τώρα;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close