επεξεργάζομαι

Μεταφράσεις

επεξεργάζομαι

process, edit, work outverkitravailler, s’entraînerيَحُلُّnajítfinde ud afentschlüsseln, Bearbeitenencontrar, resolver, editarlaatiariješitirisolvere, modifica考え出す해결하다, 편집bedenken, bewerkenutarbeidezrealizowaćresolver, editarрешитьträningspass, Redigeraแก้ปัญหาหรือวางแผนโดยการคิดไตร่ตรอง, แก้ไขçözmektính toán计算出, 编辑Редактиране編輯 (epekser'ɣazome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. δουλεύω με συγκεκριμένο υλικό επεξεργάζομαι το δέρμα
2. μελετώ δεδομένα ώστε να δημιουργήσω κτ επεξεργάζομαι στοιχεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close