επηρεάζω

Μεταφράσεις

επηρεάζω

influence, affectinfluencer, affecterafetar, influenciarيُؤَثِّرُ فِي, يُؤثِرovlivnit, působitpåvirkebeeinflussen, betreffenafectar, influirvaikuttaautjecatiinfluenzare, influire影響を与える영향을 미치다beïnvloedeninfluere, påvirkewpłynąćвлиять, воздействоватьpåverkaกระทบ, มีอิทธิพลetkilemekgây ảnh hưởng, tác động影响 (epire'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. επιδρώ σε κπ Ο καιρός επηρεάζει τη διάθεσή μας.
2. συμμετέχω συνειδητά ή όχι σε διαμόρφωση στάσης Την επηρεάζει αρνητικά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close