επιβάλλω

Μεταφράσεις

επιβάλλω

altrudiinfligerenforce, establish, impose, institute, mete (epi'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
υποχρεώνω κπ να δεχτεί κτ επιβάλλω τη θέλησή μου σε κπ επιβάλλω ποινήπρόστιμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close