επιβάτης

(προωθήθηκε από επιβάτισσα)
Μεταφράσεις

επιβάτης

(epi'vatis) αρσενικό

επιβάτισσα

passengerpassagerpasseggeroreiziger, passagierpassageiroرَاكِبٌcestujícípassagerPassagierpasajero, pasajerosmatkustajaputnik乗客승객passasjerpasażerпассажирpassagerareผู้โดยสารyolcuhành khách乘客пътнически乘客 (epi'vatisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που χρησιμοποιεί κπ μεταφορικό μέσο επιβάτης ταξίτρένου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close