επιβίβαση

Μεταφράσεις

επιβίβαση

embarquementimbarco (epi'vivasi)
ουσιαστικό θηλυκό
η είσοδος επιβατών σε μεταφορικό μέσο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close